Smiley face
Smiley face

Επιτέλους ψόφησε σε ηλικία 101 ετών ο πατριάρχης της δυναστείας Ροκφέλερ

  •  
  •  

Επιτέλους ψόφησε σε ηλικία 101 ετών ο πατριάρχης της δυναστείας Ροκφέλερ4Επιτέλους ψόφησε σε ηλικία 101 ετών ο πατριάρχης της δυναστείας Ροκφέλερ

Το ίδρυμα Rockefeller έχει μοιράσει πολύ χρήμα … κι αυτοί που ευλογήθηκαν … βλέπουν στο πρόσωπο του Rockefeller …έναν πραγματικό ευεργέτη και φιλάνθρωπο. Πέθανε ο πατριάρχης … πέθανε κι ο γιος του πρόσφατα…άλλα όπως και οι Rothschild είναι 250 χρόνια στις πλάτες μας …έτσι κι αυτοί θα έχουν αρκετό μέλλον ακόμα. Πρόσφατα ένωσαν τις αυτοκρατορίες τους.
Oι Rockefeller …δεν δίσταζαν να σκοτώσουν όσους τολμούσαν να απεργήσουν στις επιχειρήσεις τους…Κι ένας από τους νεκρούς στη σφαγή του Ludlow … ο κρητικός Λούης Τίκας

Ο φιλάνθρωπος προέρχεται από οικογένεια που είχε αλλεργία στον συνδικαλισμό όπως και όλοι οι περιούσιοι μεγαλοβιομήχανοι. Και στις αρχές του 20ου αιώνα …στο Far WEST …εκτελούσαν τους απεργούς …πράγματα που δεν διδάσκονται γιατί τα στόματα έχουν βουλώσει με δολάρια.
Η συγκλονιστική ιστορία που πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία: Η Σφαγή του Λάντλοου
ΠΗΓΗ

Η Σφαγή του Λάντλοου υπήρξε μία από τις πιο αιματηρότερες επιθέσεις της εργοδοσίας και του κράτους ενάντια στο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ.
Έγινε στις 20 Απριλίου του 1914 στην πόλη Λάντλοου του Κολοράντο και ήταν το αποκορύφωμα της εργατικής καταπίεσης των 12.000 ανθρακωρύχων της περιοχής.

Χλιάδες μετανάστες από όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους και πάρα πολλοί Έλληνες, εργάζονταν κάτω από άθλιες συνθήκες στα ορυχεία CFI της οικογένειας Ροκφέλερ, σύμβολο του άγριου καπιταλισμού από εκείνη ακόμα την εποχή.

Πριν ακόμα ξημερώσει κατέβαιναν στα βάθη των ορυχείων, ενώ όταν τελείωναν τη δουλειά ήταν πια νύχτα. Δεν έβλεπαν ποτέ το φως του ήλιου.

Αμοίβονταν όχι με δολάρια, αλλά με ένα είδος κουπονιού – το script, το οποίο είχε αντίκρυσμα μόνο στα καταστήματα του Ομίλου.

Αν προσπαθούσαν να ψωνίσουν από άλλο κατάστημα, απολύονταν.

Ουσιαστικά, βίωναν μια απίστευτη οικονομική και κοινωνική σκλαβιά, χωρίς δικαιώματα και χωρίς την προοπτική ενός καλύτερου και πιο αξιοπρεπούς τρόπου ζωής.

Επιτέλους ψόφησε σε ηλικία 101 ετών ο πατριάρχης της δυναστείας ΡοκφέλερΟι Έλληνες εργάτες που μετανάστευσαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ ένιωσαν στο πετσί τους τι θα πει ρατσισμός.

Τους θεωρούσαν το κατώτερο είδος εργάτη, κατώτερους ακόμα και από τα ζώα.

Όταν ένας συνδικαλιστής σκοτώθηκε το φθινόπωρο του 1913, οι εργαζόμενοι των ορυχείων CFI, κατέβηκαν σε απεργία.

Εκκένωσαν τους καταυλισμούς της επιχείρησης, όπου έμεναν, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τους χαμηλούς μισθούς και τις άθλιες συνθήκες εργασίας.

Ο δείκτης θνησιμότητας για τους εργαζομένους της επιχείρησης ήταν διπλάσιος από τον εθνικό μέσο όρο.

Η απεργία προκάλεσε την άγρια αντίδραση της οικογένειας Ροκφέλερ. Προσέλαβε το Πρακτορείο Ντετέκτιβ «Μπάλντουιν-Φελτς», προκειμένου να τρομοκρατήσει τους απεργούς και τη συνδικαλιστική τους ηγεσία.

Τελικά στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου. με κυριότερα αιτήματα των απεργών τα εξής:

Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.
Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Επιτέλους ψόφησε σε ηλικία 101 ετών ο πατριάρχης της δυναστείας Ροκφέλερ2Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λόζον και ο Λούης Τίκας, που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκαμ στη Γιούτα.

Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία.

Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.

Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε.

Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό.

Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν – ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.

Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών.

Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα.

Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές.

Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.

Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους.

Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του.

Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

Ο θάνατος του Τίκα

Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο.

Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του.

Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα.

Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν.

Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους.

Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα.

Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Ο απόηχος της θυσίας

Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο έλαβαν τεράστιες διαστάσεις.

Τα συνδικάτα κάλεσαν τους εργάτες να εξοπλιστούν με «όλα τα όπλα και τα πυρομαχικά που μπορούσαν να αποκτήσουν νόμιμα» και άρχισε πραγματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην εθνοφρουρά και στα συνδικάτα που διήρκεσε δέκα ημέρες.

Στο περιοδικό «The Masses» ο αρθρογράφος Μαξ Ίστμαν δημοσίευσε ένα κείμενο με τίτλο Ταξικός πόλεμος στο Κολοράντο. Το συνόδευε η εικονογράφηση του επίσης γνωστού ζωγράφου Τζον Φρεντς Σλόαν.

Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντρο Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα.

Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε.

Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα – ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί – και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη.

Η μνήμη του Τίκα

Το χρονικό της απεργίας δεν γράφτηκε ποτέ. Είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο τραγουδιστής Γούντι Γκάθρι έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre».

Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60.

Ο ποιητής Ντέιβιντ Μέισον έγραψε ένα ποιητικό μυθιστόρημα 4.800 στίχων με τίτλο: «Ποιος ήταν ο Λούης Τίκας», όπου περιγράφεται η ζωή του Έλληνα πρωταγωνιστή του αμερικανικού εργατικού κινήματος.

Τη ζωή του Τίκα επανέφερε στο προσκήνιο ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας Ζήσης Παπανικόλας το 1991 γράφοντας τη βιογραφία του σε ένα βιβλίο.

Επίσης, το 2001 ο Αμερικανός τραγουδοποιός Φρανκ Μάνινγκ (Frank Manning) στηριγμένος στις αναμνήσεις του παππού του που συμμετείχε στην απεργία του Λάντλοου, έγραψε το τραγούδι «Λούης Τίκας», που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό «Γούντι Γκάθρι».

Το τραγούδησε στις ετήσιες εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων και το 2007 το τραγούδησε και στην Ελλάδα.

Σήμερα το Λάντλοου είναι μια πόλη-φάντασμα. Στον χώρο της σφαγής, στην περιοχή Τρίνινταντ, έχει στηθεί μεγαλοπρεπές μνημείο από γρανίτη στη μνήμη των θυμάτων. Εκεί υπάρχει και ο τάφος του γενναίου Λούη Τίκα.

Στο Ρέθυμνο, τόπος καταγωγής του, προς τιμήν του, υπάρχει οδός Ηλία Σπαντιδάκη.

Το 2013 η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά και ο σκηνοθέτης Νίκος Βεντούρας γύρισαν το ντοκιμαντέρ Παλικάρι (Ο Λούις Τίκας και η σφαγή του Λάντλοου)

Παλληκάρι – Ο Λούης Τίκας και η Σφαγή του Λάντλοου

Η Λαμπρινή Θωμά και ο Νίκος Βεντούρας αναζήτησαν τις μνήμες, την ιστορία και την κληρονομιά του Λούη Τίκα και του Λάντλοου στο Κολοράντο και μίλησαν με κορυφαίους ιστορικούς, καλλιτέχνες και απογόνους ανθρακωρύχων, καταγράφοντας τα σημάδια που άφησε στο σώμα της εργατικής Αμερικής μιά τραγωδία που πολλοί προσπάθησαν να ξεχαστεί.

Smiley face
Smiley face
  •  
  •